Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2007

Κουράγιο οι γιορτές Τελειώνουν...!

Μετά από πολλά κεφτεδάκια, καυτερές πιπεριές, τσίπουρα, τζατζίκια, κατσικάκια στη γάστρα στο χωριό, μπακλαβάδες, ροξάκια, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, δύο πλάκες simeco (χαπάκια για το φούσκωμα) και ισα με 2 λίτρα σόδες, επιστρέψαμε για δύο μέρες στη δουλειά μπας και χωνέψουμε … Με τον γλυκούλη τον air - Ζαχόπουλο θα ασχοληθώ εγώ προσωπικά μετά τις γιορτές γιατί νιώθω πολύ φουσκωμένος ακόμη. Τα φώτα δεν βλέπω να βουτάω γιατί μάλλον δεν θα επιπλεύσω άντε και καλή συνέχεια ….

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι

Ξημέρωσε κρύα μέρα με λιακάδα στη μεγάλη πόλη. Ο γέρος σηκώθηκε άνοιξε τα πατζούρια να μπεί ο ήλιος, πλύθηκε, έκατσε να φάει, ντύθηκε … κοιτάει το κλουβί πάνω από το ντουλάπι της κουζίνας … «Η καρδερίνα δεν είναι καλά … δεν κελάηδησε σήμερα…». Δεν πειράζει , θα της δώσει μία ασπιρίνη το μεσημέρι και θα γίνει περδίκι. Πήρε τα κλειδιά του και έφυγε να κάνει τις δουλειές του.
Μεσημέρι … γύρισε σπίτι. Η γυναίκα που του συμμαζεύει το σπίτι είχε αφήσει φαγητό … Η καρδερίνα; … «Δεν ακούγεται» … κοιτάει ψηλά δεν τη βλέπει … «Πέθανε…».
Δε μπορεί, δέκα χρόνια του έκανε παρέα, τον καταλάβαινε, ήταν η παρέα του, η συντροφιά του … Τώρα είναι μόνος του. Ποιος θα του λέει καλημέρα το πρωί. Τον παίρνουν τα κλάματα.. ίσα ίσα που τον καταλαβαίνεις … είναι μεγάλος για να κλαίει με λυγμούς …
Χτυπάει το τηλεφωνο … είναι ο γιος του, μένει στην ίδια πόλη αλλα δουλεύει πολύ. Δεν προλαβαίνει να τον βλέπει συχνά.
«Έλα πατέρα τι κάνεις; Πήγες στην τράπεζα που έλεγες;» … παύση. «Πέθανε η καρδερίνα μου…» και του το κλίνει για να μην τον ακούσει να κλαίει…
«Ωχ ρε γ… την είχε δέκα χρόνια πρέπει να πάω να τον δώ…». Παίρνει τον διευθυντή του, του λέει ότι είναι κάτι επείγον και φεύγει…
Η πόρτα ανοίγει… «γεια σου μπαμπά…», ο γεράκος είναι «ζαρωμένος». «Δε θα ξαναπάρω καρδερίνα …», του λέει ότι θα μείνει μόνος του με το κλουβί, δε μπορεί να πονάει άλλο και να αποχαιρετά… δακρύζει.
«Ξέρεις μπαμπά εχθές ο εγγονός σου με είπε μπαμπά!». Τον κοιτάει, γελάει «αλήθεια!...», «ναι αλλά η Σοφία (γυναίκα του) με κοροϊδεύει, λέει ότι δεν είπε τίποτε…!», «Ας την να λέει Χρήστο … μπαμπά είπε!», το κλήμα άλλαξε και συζήτηση έγινε πιο χαρούμενη, γέμισε χρώματα, μυρωδιές, γέλια από παιδιά και Χριστούγεννα.
«Σε περιμένει να τον πάς βόλτα στην Αριστοτέλους να δείτε μαζί τη φάτνη».
«Θα μου τον φέρεις να τον δω;».
«Αύριο θα έρθουμε όλοι μαζί από το πρωί».
Ο γέρος σώπασε για λίγο … κοίταξε ψηλά, δεν την άκουσε να πηδάει από το ένα ξυλάκι στο άλλο.
«Έλα μωρέ πατέρα ήταν μεγάλη … ξέρω την αγαπούσες αλλά να πάμε μπροστά... η ζωή προχωράει το ξέρεις καλά, θα πάρεις άλλη».
Στρέφει το βλέμμα του αλλού … και μετά
«Ώστε ο μικρός είπε μπαμπά ε;;; εμένα προχτές μόνο μου γελούσε…».
«Ναι το είπε και άσε την Σοφία να λέει ότι θέλει».
«Ναι αγόρι μου μπαμπά είπε… μπαμπά είπε…», χαμογέλασε.
Κοίταξε πάλι το άδειο κλουβάκι … γύρισε…
«Θα πάρω μια καινούρια … να μου κάνει παρέα όταν είμαι μόνος μου…»
Είπε και χαμογέλασε γλυκά…
Τα δώρα δεν τα φέρνει μόνο ο Αϊ Βασίλης στα παιδιά, τα φέρνει και η ζωή στους μεγάλους δεν τα αφήνει όμως κάτω από το δέντρο, τα κρύβει... Εμείς πρέπει να τα βρούμε και να τα εκτιμήσουμε όπως πρέπει.
Φέτος ας δώσουμε δώρο ένα χαμόγελο στους ανθρώπους μας. Τίποτε άλλο απλά ένα χαμόγελο και λίγη παρέα … μόνο αυτό θέλουν από εμάς...
Καλά Χριστούγεννα
Fisherman

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Happy e-Χριστούγεννα

Χριστούγεννα οι οικογένειες έρχονται κοντά τα παιδιά περιμένουν με αγωνία τι θα τους φέρει ο Αγιος Βασίλης. Οι μαμάδες μαγειρεύουν μερικά κιλά φαΐ και αρχίζει το party!. ‘Έρχεται ο αγαπημένος θείος της μικρής που πάντα κάτι τους φέρνει. Η γιαγιά που έχει πάντα χαρτζιλίκι στην τσέπη για τα εκγόνια της, ο μπαμπάς βγάζει δύο καλά πούρα για αυτόν και τον αδερφό του και το πατροπαράδοτο τραπέζι ξεκινάει.
Αλήθεια που είναι ο μεγάλος σου αδερφός; Δεν είναι εδώ; Θα έρθει αλλά αργότερα, είναι στο internet café. Στο κάτω κάτω για τον Κώστα τη γιαγιά δε την βλέπει ποτέ και όποτε μιλά η μαμά γι’ αυτήν λέει ότι δεν την ήθελε νύφη και είναι κακιά γυναίκα για τον γιό της. Ο θείος; Μόνο πολιτικά ξέρει να μιλάει και τον βλέπουνε μόνο στις γιορτές και άμα έχει χρόνο. Η θεία του καλή και αυτή…η μαμά έλεγε ότι κακόπεσε ο αδερφός της στα νύχια της και ότι μόνο να επιδεικνύετε ξέρει. Στο κάτω κάτω τι έχουνε να πουν…; Θα τον ρωτήσουν πάλι φέτος πως πάει στο σχολείο και ο θείος του θα κάνει τον έξυπνο ρωτώντας τον για γκόμενες «Ναι εσένα περίμενα να με ρωτήσεις…».
Γι’ αυτό λοιπόν θα έρθει την ώρα του φαγητού. Θα κάτσει να φάει, θα απαντήσει τα τετμημένα ερωτήματα, θα το παίξει καλό παιδί και μπορεί να την ξανακάνει για το internet café αν το σκάσουν και οι φίλοι του.
Καλύτερο το χαζοκούτι από τους συγγενείς; Καλύτερο το δίκτυο από τον αγαπημένο φίλο της μικρής αδερφής του. Καλύτερο το ψεύτικο το κενό το απρόσωπο από τους ανθρώπους;
Καλύτερο για έναν πιτσιρικά που δεν έχει μεγαλώσει ακόμη αρκετά για να ξέρει να υποκρίνεται.

Καλά Χριστούγεννα ... μη φάτε πολύ και μου παχύνετε …

ΥΓ. Αυτό το post μου ήταν να αναρτηθεί σε δημοτικό περιοδικό αλλά ο «δαίμον» του τυπογραφείου, αρχισυντάκτρια του περιοδικού αποφάσισε σιγανά και ετσιθελικά να «κόψει» και αυτό και τα υπόλοιπα άρθρα των παιδιών που γράφουν – γράφανε χωρίς την έγκριση κανενός…

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

Καθημερινή ιστορία


Eξι παρά πέντε το πρωί. Κοιτάω το κορίτσι μου… Κοιμάται ακόμη. «Ασ’ την ακόμη λίγο». Πάω στην κουζίνα, ζεσταίνω λίγο γάλα τρώω τον άμπακα «τα πάντα», ντύνομαι … «ξύπνα κορίτσι μου θα αργήσεις». Βάζω τα ρούχα μου, και φεύγω. Φτάνω στο αμάξι ο «Κίτσος» μοντέλο ’87 αλλά σκυλί πάει όπου δεν πάει κανένα αμάξι!. Στο δρόμο σταματάω να πάρω την κυρά Δήμητρα ετών 55. «Άντε αλλά πέντε χρόνια ακόμη». Γυναίκα που πιάνει την πέτρα και την στύβει, πάλεψα στην ζωή της και παλεύει ακόμη. Η μάνα την μεγάλη πια με ζάχαρο. Την αγαπάει πολύ και αυτή το ίδιο. Φτάνουμε στο εργοστάσιο, ένα καφέ στα γρήγορα και ξεκινάει το τρέξιμο.
Χαρτιά, HACCP, ISO, μικροβιολογικοί έλεγχοι, swap, παρατηρήσεις στο προσωπικό, παραλαβές (λίγο χαβαλέ… όπου μας παίρνει…). Ένας χαμός. Μέσα στην παραγωγή 6-7 άνθρωποι που είναι περισσότερα χρόνια από μένα στην εταιρία. Αναγκασμένοι να με ακούν. Να τους φωνάξω, δεν γίνετε… είμαστε μία ομάδα. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να παίξουμε το παιχνίδι του τρόμου. Είμαστε λίγοι.
Θυμάμαι στη σχολή μου χρόνια πριν. Αλλιώς μου τα λέγανε … Δεν πειράζει η δουλειά είναι δουλειά και δεν είναι ντροπή.
Ο Κυρ Στέργιος 60 χρονών κουβαλάει ακόμη. Αν τον δώ να το κάνει λέτε να τον αφήσω μόνο του. «Γιατί να κουβαλάει ακόμη ρε γαμώτο…» Αυτός έπρεπε να πίνει το καφεδάκι του στην παραλία και προσέχει τα εγγόνια του και όχι να ακούει παρατηρήσεις από εμένα …
Φτάνει το διάλυμα 1 με 1:30 ένας καφές δύο τσιγάρα κανένα ανέκδοτο, τίποτε αστεία και πάλι μέσα… η ώρα περνάει … πρέπει να βγει το πρόγραμμα. «Ρε γαμώτο αυτός ο καινούριος είναι χάλια! Όλο πίσω του τρέχω!»… «Σα τον έχει δύο παιδιά και η γυναίκα του δε δουλεύει το χρειάζεται αυτό που κάνει…» και αν βρω εγώ το μπελά μου με δαύτον;;; Ας’ το «ταρακούνησε» τον λίγο. Να συμμορφωθεί και κράτα την «πατάτα» που έκανε μέσα στην «οικογένεια». Αν το μάθει ο μεγάλος δε θα το λυπηθεί…
Το 8ωρο τελειώνει «Πάλι το πρόγραμμα δε βγήκε …» Γ… τα φεύγω τρέχοντας! Πάω σπίτι!. Αύριο το πρωί θα είμαι και εγώ μαζί με τους άλλους χιλιάδες ένα «αναμμένο φως» σε μία κουζίνα νωρίς το πρωί , σε μια μεγαλούπολη που μοιάζει να ξερνάει κάθε πρωί τα σωθικά της και να τα μαζεύει κάθε βράδι πίσω.
Καλή σας ημέρα με χαμόγελο, λίγο αυτοσαρκασμό, συμπάθεια προς όλες αυτές τις μοναδικές, ξεχωριστές ψυχές, σκέψεις οντότητες που η ζωή τις έφερα κοντά, να μοιράζονται τον ίδιο αγώνα, μόχθο, κούραση. Για να μας αποδείξει ότι δεν διαφέρουμε απλά είμαστε ξεχωριστοί